Δευτέρα, 17 Οκτωβρίου 2011

“Σε γνώρισα στην κρίση” ή αλλιώς: “πώς έμαθα τι είναι πραγματικά οι άνθρωποι γύρω μου”


***

Όσο και να λες να φύγει και να μην ξαναγυρίσει, κάπου βαθιά μέσα σου χαίρεσαι. Ξεσκαρτάρεις ρε παιδί μου φίλους και γνωστούς. Τους μετράς στα δύσκολα. Τους μετράς και χαίρεσαι για τους λίγους που ξεπερνούν τις προσδοκίες σου και λυπάσαι για τον χρόνο που έχεις χάσει με φελλούς και αναίσθητους. Άλλοτε λυπάσαι για την νοημοσύνη τους -πώς δεν είχες καταλάβει τόσο καιρό ότι είναι ηλίθιοι;- αλλά και για τη δική σου ανεκτικότητα. Δεν είναι απαραίτητο να συμφωνείς μαζί τους για να κρατηθούν στο ύψος τους. Είναι απαραίτητο όμως να τους καταλάβεις και να σε καταλάβουν, να νιώσεις ότι παρόλο που έχετε διαφορετικές προσεγγίσεις, θέλετε πραγματικά έναν καλύτερο κόσμο κι οι δυο.

Στο μετερίζι αυτών που πιστεύουν στην καλοσύνη των ανθρώπων, στην ισότητά τους και στην αυταπόδεικτη αξία τους βρήκα πολλούς παλιούς φίλους. Βρήκα κι άλλους απέναντι. Όμως οι περισσότεροι δεν ξέρουν πού να σταθούν. Αγαπώ τους ιδεαλιστές. Αγαπώ ακόμα κι αυτούς τους ιδεαλιστές της απέναντι πλευράς αλλά δεν μπορώ να μη θυμώσω όταν κλείνουν τα μάτια στα κακά που έφερε ο καπιταλισμός τους. Δεν μπορώ να μη θυμώσω όταν δεν θέλουν να παραδεχτούν ότι όσα κέρδισε σε ισορροπία ο κόσμος τα τελευταία διακόσια χρόνια με αίμα, τα πέταξαν μεμιάς στα σκουπίδια και κοντεύει να καεί το σύμπαν. Παρόλα αυτά τους ακούω. Μου αρέσει να βλέπω ανθρώπους να πιστεύουν, αλλά και να μπορούν να παραδεχθούν τα λάθη τους. Ακούτε φίλοι; Σας ακούω αλλά πρέπει να βγείτε απ’ τη γυάλα και να καθίσετε μαζί μας στο κρύο.

Ξέρεις ποιους δεν μπορώ καθόλου; Αυτούς που είναι δικοί μας άνθρωποι, φτωχοί και σκληρά εργαζόμενοι, που λιώνουν στα δωδεκάωρα και παρόλα αυτά ακόμα πιστεύουν πως θα τα καταφέρουν επειδή είναι άξιοι. Όχι γιατί δεν είναι. Αλλά γιατί θεωρούν τα εκατομμύρια των πεινασμένων ανάξιους κι αποτυχημένους. Γιατί αντί να κάνουν τον σταυρό τους (λέμε τώρα) που βρέθηκαν εκεί που βρέθηκαν κι ακόμα έχουν να φάνε, ζητωκραυγάζουν χαιρέκακα για κάθε άνθρωπο που χάνει τη δουλειά του σε μια δημόσια υπηρεσία επειδή πιθανώς δεν την έκανε καλά (οι πιθανότητες δεν είναι άνθρωποι αγαπητοί «ορθολογιστές», ο συγκεκριμένος μπορεί να ήταν καλύτερος κι από εσάς). Αλλά το ξέρω, είναι ανόητοι, μπορεί μετά από χρόνια να το παραδεχτούν άμα φάνε τη γερή σφαλιάρα των αφεντικών, άμα γευτούν το γλυκό με το παράξενο όνομα «κανείς δεν είναι αναντικατάστατος», άμα τα παιδιά τους τούς παίρνουν τις δουλειές και κάθονται άπραγοι γιατί έχασαν το τρένο της «καινοτομίας και της δια βίου μάθησης» και άλλες τέτοιες ανταγωνιστικές απάνθρωπες αηδίες.

Δεν μπορώ και τους άλλους όμως. Εκείνους που για χρόνια ρούφαγαν το γάλα τους από το σιχαμένο, κατά τα άλλα, κράτος, που τράφηκαν με επιδοτήσεις άμεσα ή έμμεσα, που δούλεψαν σε επιχειρήσεις που υπήρχαν και βασίλευαν μόνο και μόνο από επιδοτήσεις και κρατικές εργολαβίες, και τώρα κουνάνε το δάχτυλο επιτιμητικά σε κάθε μεροκαματιάρη ή στους δασκάλους που θα προσλαμβάνονται με εξακόσια ευρώ μισθό γιατί «δεν αποδίδουν και δεν είναι παραγωγικοί». Όλους εκείνους που έκαναν μόκο τόσα χρόνια και γέμιζαν το βιογραφικό τους με δουλειές του κράτους και τώρα απέκτησαν μια γλώσσα να (με το συμπάθιο) και άμα τους πεις και καμιά αλήθεια σου τραβάνε ένα «αυτά είναι λαϊκισμοί» και νομίζουν ότι καθάρισαν. Αυτοί μάλλον δεν ήταν ποτέ τους φίλοι μου, αλλά τους αξίζει να γίνουν εχθροί μου. Και για κάθε άνθρωπο που απελπίζεται θα τους φυλάω μια τιμωρία. Θα έρθει η ώρα τους.

Είναι αλήθεια ότι δεν μπορώ και κάποιους ακόμα αλλά αυτούς τους είχα ξεγραμμένους από την αρχή. Καμένα χαρτιά στα κλαμπ και στα σκυλάδικα, εκμεταλλευτές μεταναστών και μεταναστριών. Αυτών που έπαιρναν τους «ξένους» να δουλεύουν για πενταροδεκάρες και μετά τους έδιναν στην αστυνομία για να μην τους πληρώσουν τα μεροκάματα. Αυτών που έριχναν μια παναγία στη γυναίκα τους άμα τους έλεγε τίποτα, αλλά έτρεχαν να γαμήσουν όποια μετανάστρια ερχόταν στην ανάγκη τους. Κι ύστερα τις έλεγαν όλες πουτάνες και βρωμιάρες. Οι ίδιοι αυτοί σηκώνουν και σήμερα σημαίες στο Σύνταγμα, ζητάνε κάθαρση και να φύγουν όλοι. Κάποτε, όταν τους έλεγες την αλήθεια σε κοιτούσαν σαν κουλτουριάρη άπλυτο, σου έλεγαν «να τους πάρεις στο σπίτι σου» ή «άμα βιάσουν την αδερφή σου οι αλβανοί να δω τι θα λες» και εγώ σκεφτόμουν από μέσα μου, πως άμα βιάσουν την αδερφή μου θα έχω ακόμα μεγαλύτερη οργή για τους φασίστες, γιατί εκείνοι φταίνε που γαμούσαν τόσα χρόνια τον ανθό της ομορφιάς άλλων λαών με ένα δεκάευρω, γυναίκες που δεν θα τους έριχναν ούτε μια ματιά αν δεν ήταν στην ανάγκη κι αν δεν είχαν κάπου ένα παιδί ή μια οικογένεια να στείλουν λεφτά, και νόμισαν οι μαλάκες ότι είναι κάποιοι. Τους ξέρω αυτούς, τους τα έλεγα, κάποιες φορές τους τα λέω και τώρα και πιο άσχημα, αλλά δεν καταλαβαίνουν και πολλά. Μακάριοι οι πτωχοί τω πνεύματι, αλλά επικίνδυνοι κιόλας. Το καλό είναι πως τώρα φανερώνονται πιο εύκολα, μυρίζουν τα χνώτα τους μίσος και κόμπλεξ, εθνικισμό και ελληναραδισμό, βρωμάνε σαπίλα και παρακμή. Άμα τους βάλεις να γράψουν μια παράγραφο δεν θα ξέρουν πού πάνε τα τέσσερα, η αμορφωσιά τούς έχει βγάλει τα μάτια.

Η κρίση με βοήθησε σου λέω. Μετράω τους φίλους μου. Τους μετράω και τους ξαναμετράω κάθε μέρα. Βλέπω ποιοι φοβούνται μη χάσουν τη βολή τους. Παρακολουθώ ποιοι δεν έβγαιναν ποτέ στο δρόμο και μόλις ξεφράγκισαν είναι πρώτη μούρη στη διαδήλωση. Τους μετράω και τους ξαναμετράω. Δεν είμαι θεός να τους κρίνω βέβαια για όλη τη στάση της ζωής τους, αλλά για να παραμείνεις φίλος μου πρέπει να ‘σαι και να δείχνεις άνθρωπος αδερφέ. Τι να τα κάνω τα κρασιά που ήπιαμε μαζί, τις νύχτες που κλάψαμε για μια γυναίκα ή τα τραγούδια που τραγουδήσαμε στις παρέες; Τι να τα κάνω αδερφέ όταν εσύ ηδονίζεσαι με τους απολυμένους και τα βάζεις με τους μπαχαλάκηδες τη στιγμή που η κυβέρνηση και οι βουλευτάδες που ψήφιζες τόσα χρόνια μάς έχουν αλλάξει τον αδόξαστο; Όταν σου λέω κατέβα στην πορεία, άμα είμαστε πολλοί μπορούμε, και μου λες ότι «πρέπει να ωριμάσεις, δεν βλέπεις ότι δεν γίνεται τίποτα, αυτοί ό,τι θέλουν να κάνουν θα το κάνουν». Ναι φίλε, θα το κάνουν γιατί εσύ κοιμάσαι, γιατί δέχεσαι να παραπληροφορηθείς από τα δελτία ειδήσεων, γιατί δεν βγάζεις το θηρίο που έχεις μέσα σου και σε βλέπουν για αρνί που θα στείλουν στη σφαγή (ή στην εφεδρεία) και μαζί τους θα σφάξουν κι εμένα.

Όλοι οι μουλωχτοί φανερώθηκαν, όλοι οι υπερόπτες πέταξαν ένα εγώ τεράστιο πάνω απ’ τ’ αδειανό τους κεφάλι. Όλοι οι νεόπλουτοι και οι ψωνισμένοι βγάλανε τις μάσκες και πλέον καταδίδουν με το κενό τους πρόσωπο όποιον δεν τους αρέσει, σε κοινή θέα. Τα δημόσια πρόσωπα έχασαν την ήρεμη και νηφάλια όψη τους και μετά το πρώτο σοκ, ζητάνε κεφάλια αθώων και ενόχων στον βωμό των μεταρρυθμίσεων. Ξεχνάνε ότι κάποτε ήταν άνθρωποι. Αλλά όσοι παραμείνουμε άνθρωποι δεν θα τους ξεχάσουμε. Η κρίση μάς έσωσε από δαύτους, μάθαμε να τους αποφεύγουμε. Και θα μάθουν ότι η κυνικότητα και η αναισθησία που επιδεικνύουν θα έχει κολλήσει σαν ρετσινιά για πάντα πάνω τους. Όσα λένε μένουν χαραγμένα στις ζωές μας που τις καταστρέφουν. Θα γυρίσει ο τροχός ανάλγητες κουφάλες. Θα γυρίσει.

Αναδημοσίευση από το ΜΟΛΙΣ ΞΥΠΝΗΣΑ

Δεν υπάρχουν σχόλια: